αντιβαίνει


αντιβαίνει
αντιβαίνει (παρατατ. αντέβαινε) - αντιβαίνουν (παρατατ. αντέβαιναν) (μόνο στο γ' πρόσ.)

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀντιβαίνει — ἀντιβαίνω go against pres ind mp 2nd sg ἀντιβαίνω go against pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τέρας — ατος, το, ΝΜΑ, και επικ. τ. γεν. τέραος και ιων. τ. γεν. τέρεος και τέρως και επικ. τ. ονομ. πληθ. τέραα και, για μετρικούς λόγους, τείρεα και ιων. τ. τέρεα και τεράατα και τέρα και αττ. τ. γεν. πληθ. τερῶν και επικ. τ. τεράων και τερέων και επικ …   Dictionary of Greek

  • αναρχία — Με τον όρο α. ή αναρχισμός εννοείται ένα σύνολο θεωριών, θέσεων, απόψεων, πρακτικών κλπ., που έχουν ως κοινό τους χαρακτηριστικό την πεποίθηση πως κάθε πολιτική εξουσία (κράτος, κυβέρνηση και νόμοι) είναι βλαβερή και περιττή (τόσο για το άτομο… …   Dictionary of Greek

  • αντιαισθητικός — ή, ό 1. αυτός που αντιβαίνει στους κανόνες της αισθητικής, ο άσχημος 2. αυτός που δεν έχει αίσθηση του ωραίου …   Dictionary of Greek

  • αντιβατικός — ἀντιβατικός, ή, όν (Α) αυτός που αντιβαίνει σε κάτι, ο αντίθετος …   Dictionary of Greek

  • αντισυνταγματικός — ή, ό αυτός που αντιβαίνει προς τις διατάξεις του συντάγματος («αντισυνταγματικός νόμος», «αντισυνταγματική διάταξη»). [ΕΤΥΜΟΛ. < αντι * + συνταγματικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1825 στον λόγιο Φραγκιά Φουρναράκη] …   Dictionary of Greek

  • απάλαιστρος — ἀπάλαιστρος, ον (Α) 1. όποιος δεν έχει γυμναστεί σε παλαίστρα, ο ακατάλληλος για πάλη 2. αυτός που αντιβαίνει στους κανόνες της παλαίστρας 3. ο αδέξιος …   Dictionary of Greek

  • παράδοξος — η, ο / παράδοξος, ον, ΝΑ αυτός που γίνεται παρά προσδοκία, απίστευτος, απίθανος, παράξενος, αλλόκοτος (α. «οι ιστορίες του είναι πάντα παράλογες και παράδοξες» β. «πάνυ γὰρ παράδοξα λέγεις», Ξεν.) νεοελλ. 1. ιατρ. χαρακτηρισμός παθολογικού… …   Dictionary of Greek

  • παραβιάζω — ΝΑ κάνω κάτι χρησιμοποιώντας βία, εισχωρώ κάπου με την βία ή ανοίγω κάτι χρησιμοποιώντας βίαια μέσα νεοελλ. 1. παραβαίνω νόμο, αθετώ συμφωνία 2. αναγκάζω κάποιον να βιαστεί πολύ, να ενεργήσει γρήγορα, να επισπεύσει κάτι 3. κάνω κάτι εσπευσμένως 4 …   Dictionary of Greek

  • παραλογίζομαι — ΝΑ, και παραλοΐζομαι και παραλογάω, Ν [παράλογος] νεοελλ. κάνω ή λέω κάτι ανόητο, κάτι που αντιβαίνει στη φρόνηση, στη λογική, χάνω το μέτρο τής λογικής, ανοηταίνω αρχ. 1. υπολογίζω εσφαλμένα, λογαριάζω λαθεμένα 2. κάνω απατηλούς, δόλιους… …   Dictionary of Greek